Πλέον θα μπορείτε να παρακολουθείτε το Ἀναγράφω και από την σελίδα του στο facebook

α.α.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Θ. Δ. Φραγκόπουλος - Ως την Άλωση


Ιωάννης VIII Παλαιολόγος κατά την επίσκεψή στην
 Φεράρα - Λεπτομέρια τοιχογραφίας στο Παλάτι
 των Μεδίκων του Μπενότσο Γκότσολι

Σήμερα λίγη ποίηση από τον Θεόφιλο Φραγκόπουλο (1923 - 1998),  ένα ποίημα από έναν ίσως όχι και ιδιαίτερα γνωστό πια ποιητή, αλλά που νομίζω πως οι στίχοι του κάποιες στιγμές ίσως εκφράζουν ένα παράπονο και αυτή την ζοφερή εικόνα που όλο και συχνότερα έρχεται μπροστά στα μάτια μας:

Ὣς τὴν ἄλωση

Ὁ τόπος μου εἶναι δικὸς μου, καὶ τίποτα δὲν μπορεῖ
νὰ τὸν ἀλλάξει - τὰ βράχια του, καὶ τὸ γιαλὸ του,
καὶ τὰ κύμματα μὲ τὰ πυροφάνια, καὶ τὰ βουνὰ
μὲ τὶς ὀρθωμένες τους πλαγιές· ὁ τόπος μου εἶναι δικὸς μου,
κι ἂς τρέχουν γύρω του γύπες καὶ μέσα του σκουλήκια.

Ὁ τόπος μου εἶναι δικὸς μου, καὶ ἄν τὸ θέλησαν ἤ δὲν τὸ θέλησα
αὐτὸ εἶναι μιὰ ἄλλη ιστορία· ἔπρεπε τάχα νὰ γεννηθῶ ἐδῶ
ἤ ἔπρεπε νὰ δώσω στὰ παιδιἀ μου μιὰ καινούρια πατρίδα,
νὰ πῶ: πᾶμε νὰ φύγουμε πρὶν πέσει ἡ σκεπὴ καὶ μᾶς πλακώσει
καὶ μείνουμε ἡ καταραμένη ράτσα, ἐρημόσπιτοι, σὰν τὶς νυχτερίδες,
σέρνοντας τὶς καρδιὲς μας ἀνήμπορα, ἀνάμεσα στους ξένους, στὰ ξένα.

Αὐτὸ εἶναι μιὰ ἄλλη ἱστορία, καὶ χαίρομαι ποὺ δὲν ἔτυχε σὲ μένα·
θὰ τύχει βέβαια κάποτε, ὅμως ὄχι στὰ χρόνια μας,
ὄχι στὰ χρόνια τοῦ Βαγιαζήτ·
ἀπέχουμε περίπου δυὸ γενιὲς ὥς τὴν Ἄλωση
ἤ τὸ Ἔδικτο τοῦ Μεδιολάνου,
κι ὥς τότε ὁ τόπος μου εἶναι δικὸς μου, κι ἂς εἲναι ἕνας βρώμικος τόπος
γεμάττος νησιὰ μ᾽ ἐξόριστους καὶ πεινασμένα χωριατόπουλα,
καταχρηστὲς ἀνθύπατους καὶ μανιασμένα σκυλόψαρα.
Τὸ μέλλον ἀνοίκει σ᾽ ἄλλους, σ᾽ ἐκείνους ποῦ μποροὺν και ὑπνωτίζονται·
τὸ παρὸν ἀνοίκει σ᾽ ἄλλους, σ᾽ ὅσους λένε πὼς πρέπει νὰ πολεμίσουν·
ἐμένα μοῦ μένει ὁ τόπος μου, σιχαμερὸς ὅπως εἶναι
δὲν ἀξίζει πιὰ μήτε νὰ πολεμήσω γι᾽ αὐτόν, μὰ εἶναι,
τὸ μόνο ποὺ μοὖ ἀπομεινε, κι ἄς τρίζουν οἱ γύπες τὰ νύχια τους,
κι ἄς πήζει τὴν ἀτμόσφαιρα ἡ ἀποσύνθεση τῶν σκουλικιῶν.

Εὐτυχισμένε Κωνσταντίνε Δραγάτση, ἐσένα ποὺ σοῦ ᾽τυχε
ν᾽ ἀπαντήσεις στὸ ἁπλούστατο δίλημμα: πρόδωσε ἤ πέθανε,
χωρὶς νὰ ὑπάρχουν σύμμαχοι, ποὺ θὰ ᾽πρεπε ν᾽ ἀποφύγεις,
ἤ παρατάξεις, ποὺ θὰ χρησιμοποιοῦσαν καὶ τὸ πτῶμα σου.

«Ποιήματα», 1953


Ο Θ. Φραγκόπουλος ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος πολέμησε πολύ για τον τόπο του και τον καιρό της Κατοχής συμμετείχε ενεργά σε Οργανώσεις Εθνικής Αντίστασης και υπηρέτησε επί επτά μήνες σαν αντάρτης στις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο (βιογραφικά εδώ). Οι αγώνες του βέβαια όπως και των περισσοτέρων ήρθαν αντιμέτωποι με την αίσθηση μιας ανυπότακτης ιστορικής εξέλιξης και έτσι δεν είναι τυχαίο πως η ποίησή του μετείχε μιας «ανήσυχης ποιητικής πραγματικότητας» που σύμφωνα με τον Βύρωνα Λεοντάρη (στην μελέτη του η Ποίηση της Ήττας)  «μας κάνει να επισημαίνουμε ακόμη ένα νέο ποιητικό κλίμα και μας επιβάλλει να μιλήσουμε σήμερα για μια ποίηση, που πυρήνας της είναι η αίσθηση ότι ο σημερινός άνθρωπος βγαίνει καθημαγμένος από μια ήττα, που δεν σημαδεύει ανεξίτηλα μονάχα τον ελληνικό χώρο, αλλά είναι, γενικότερα, ήττα της ανθρωπότητας, του πολιτισμού

Είναι ίσως απαραίτητο για να κατανοήσουμε περισσότερο αυτό το ποίημα να αντιληφθούμε πως  «η καταγωγή και οι ρίζες της ποίησης της ήττας [σύμφωνα με τον Β. Λεοντάρη] ανάγονται στην αντιστασιακή ιδεολογία. Η ποίηση της ήττας βασικά είναι μια βαθειά κρίση και ίσως το τέλος της αντιστασιακής ιδεολογίας. Οι ιστορικές εξελίξεις που αλματικά συντελούνται στα πιο κρίσιμα σύγχρονα ανθρώπινα προβλήματα, αποκαλύπτουν μέρα με τη μέρα όλο και  περισσότερο την εσωτερική ανεπάρκεια, την αντιφατικότητα και την ουτοπικότητα πολλών από τις βασικές αντιλήψεις της αντιστασιακής ιδεολογίας. Ο αντιστασιακός ποιητής ήταν απόλυτα πεπεισμένος για το ανεξάντλητο του ανθρώπινου δυναμικού, για τον ατομικό και ομαδικό ηρωισμό. Σήμερα νιώθει το μέλλον μέσα στο παρόν του [...]Πίστευε σε ορισμένες κοινωνικές και πολιτιστικές κατακτήσεις. Τώρα κι αυτές μπαίνουν σε αμφισβήτηση και κριτικό έλεγχο[...]Ό,τι λέγεται είναι βγαλμένο από μια σύγκρουση. Έτσι, ενώ στην αντιστασιακή ποίηση ο λόγος ήταν ο ίδιος μια μάχη, στην ποίηση της ήττας είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης.»
Έτσι και στον Θ. Φραγκόπουλο το ποιητικό παρόν, εντοπισμένο να απέχει «περίπου δυὸ γενιὲς ὥς τὴν Ἄλωση», ορίζετε ακριβώς από τα τετελεσμένα γεγονότα του μέλλοντος σε έναν χρόνο ενιαίο, σχεδόν στάσιμο. Η κοινή ανθρώπινη αντίληψη για την ροή του χρόνου φαίνεται ίσως χωρίς νόημα πια, ανεπαρκής - το μέλλον δεν διαφέρει από το παρελθόν. Το μόνο που μένει είναι ο χώρος, αυτός ο «βρώμικος» και «σιχαμερός» τόπος, ο γενέθλιος ωστόσο, μιας και είναι μόνο αυτός που μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για την ύπαρξη του ποιητή.  

Η αίσθηση της ήττας  διαγράφεται ήδη από τους πρώτους δύο στίχους: ....«καὶ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀλλάξει». Γράφεται μάλλον μια ήττα πανανθρώπινη μπροστά στην Ιστορία: ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει η δύναμη που μπορεί να διαμορφώνει την ουσία αυτού που τον περιβάλλει.  Ωστόσο ο ποιητής δεν φυγοπονεί, τελικά δεν λέει «πᾶμε νὰ φύγουμε πρὶν πέσει ἡ σκεπὴ καὶ μᾶς πλακώσει καὶ μείνουμε ἡ καταραμένη ράτσα, ἐρημόσπιτοι, σὰν τὶς νυχτερίδες,σέρνοντας τὶς καρδιὲς μας ἀνήμπορα, ἀνάμεσα στους ξένους, στὰ ξένα», γιατί γνωρίζει πως η ύπαρξή του εξαρτάται από αυτόν τον τόπο «κι ἄς πήζει τὴν ἀτμόσφαιρα ἡ ἀποσύνθεση τῶν σκουλικιῶν» και ας μην «ἀξίζει πιὰ μήτε νὰ πολεμήσ[ει] γι᾽ αὐτόν».

Για τον ποιητή φαίνεται να μην τίθεται θέμα αιτιών ή ευθυνών, ίσως παραιτείται από κάθε προσπάθεια ερμηνείας της Ιστορίας και έτσι μάλλον καταλήγει στην προσωπική του παραδοχή ότι «τὸ μέλλον ἀνοίκει σ᾽ ἄλλους, σ᾽ ἐκείνους ποῦ μποροὺν και ὑπνωτίζονται·  τὸ παρὸν ἀνοίκει σ᾽ ἄλλους, σ᾽ ὅσους λένε πὼς πρέπει νὰ πολεμίσουν». Πάρα ταύτα αν και εύλογα μπορεί κανείς να μιλήσει για έναν υποκειμενικό πεσιμισμό διάχυτο σε όλο το ποίημα, θα έλεγα πως η εμμονή του ποιητή στην επαναλαμβανόμενη διατύπωση πως ο τόπος του είναι δικός του, είναι μια πρόταση που υπερβαίνει το αίσθημα της απαισιοδοξίας και ίσως γίνεται μια πρόταση αντίστασης σε έναν υπαρξιακό μηδενισμό. Η απουσία της ελπίδας είναι δεδομένη πια, αλλά νομίζω πως η παραδοχή της ήττας σε κάθε αγώνα δεν σημαίνει την υπαρκτική αυτοχειρία και την παύση κάθε αντίστασης.

Πιστεύω πως μια κριτική στην θέση που καταθέτει τόσο ο Θ. Φραγκόπουλος όσο και κάθε ποιητής της «Ποίησης της Ήττας» όπως την σχηματοποίησε και ο Β. Λεοντάρης θα είναι μάλλον αυθαίρετη, άλλωστε η διάγνωση της εσωτερικής ανεπάρκιας και της ουτοπικότητας της κάθε ιδεολογίας είναι καθαρά βιωματική και αφορά την υποκειμενική εμπειρία χωρίς αξιώσεις για αντικειμενικότητα, μιας και η διάγνωση αυτή δεν αφορά τα ιστορικά γεγονότα καθ᾽ αυτά (τις χρονικά και τοπικά συγκεκριμένες εκφάνσεις της Ιστορίας) με τα οποία έχουμε άμεση εμπειρική σχέση, αλλά την ουσία της Ιστορίας κάθε αυτήν. 
Θεωρώ πάντως πως ακόμη και αν κάθε αγώνας και αντιστασιακή ιδεολογία καθίσταται ανεπαρκής και δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον κόσμο, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα στον κάθε αγώνα να αλλάξει τις πραγματικές εκφάνσεις και πτυχές του, έτσι ώστε ακόμη και η κάθε προσπάθεια, ανεξάρτητα από το ιστορικό της αποτέλεσμα, να αποτελεί συγκεκριμένο σημείο αναφοράς για την ύπαρξή του Ανθρώπου...
Κλείνοντας δεν μπορώ παρά να θυμηθώ δύο υπέροχους στίχους από την Ἑλένη του Γ. Ρίτσου:
«... Ἴσως ἐκεῖ ποὺ κάποιος ἀντιστέκεται χωρὶς ἐλπίδα, ἴσως ἐκεῖ νὰ ἀρχίζει 
ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία, ποῦ λέμε, κ᾽ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου...»

α.α.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ αφήστε το δικό σας Σχόλιο ή Προβληματισμό!!

Παρακολουθηση μεσω Email