Πλέον θα μπορείτε να παρακολουθείτε το Ἀναγράφω και από την σελίδα του στο facebook

α.α.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Quaranta giorni

Μαύρο τετράγωνο, 1915 - K. Μάλεβιτς

Και κλείσαμε τον Θάνατο έξω από τα σπίτια μας
η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί κανονικά:
ο πρωινός καφές, ασχολίες, τηλεφωνήματα.

Όχι, δεν ήταν πρώτη φορά άλλωστε. 
Κανείς δεν είχε χρόνο να σκέφτεται για θανάτους.
Το θέμα είχε διευθετηθεί προ πολλού με σύμβαση εργολαβίας
αορίστου χρόνου. (Και αν συνέβαινε και καμιά ατυχία –
τα τυπικά τα ανελάμβαναν οι αρμόδιες υπηρεσίες)

Κατά το πλείστον, οι θανόντες ήταν μονάχα αριθμοί
και οι κλειστές πόρτες και οι μάσκες αρκούσαν.
Κάλυπταν το πρόσωπό αρκετά
για να μένουν έτσι πιο αντικειμενικοί.

Για σιγουριά, τα βράδια πάντως, κλείναμε
και την πόρτα της κάμαράς μας.
Και προσποιούμασταν πως δεν πέρναγε από την χαραμάδα
χρόνια τώρα σαν πλημμυρίδα,
συνεπιβάτης του αδερφού του Ύπνου,
ανάσα την ανάσα, χτύπο το χτύπο, κύμα το κύμα.

Το πρωί καμιά φορά μονάχα μυρίζαμε τα σαπισμένα
του κρεβατιού ξύλινα πόδια
ανάμεικτα με την νοτισμένη άλμη των φευγαλέων ονείρων.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Sonata dell'acqua



Έχει νυχτώσει. Ο ήλιος έχει δύσει στον αστερισμό του Καρκίνου. Το φεγγάρι βαίνει στην χάση του.  Το φως του μόλις που περνά ανάμεσα από δύο πεύκα. Δεν φυσάει. Ένας νέος στέκει μόνος κοντά στα αρυτίδιαστα νερά μιας λίμνης.


I. Andante con motto

Καλέ μου ξένε, ώρες πολλές σε βλέπω τώρα
στων υγρών χειλιών μου τις ακτές
Ο ήλιος βασίλεψε ήδη
-από 'κεί που έρχονται, καθώς λέν᾽
εσάς των θνητών οι ψυχές-
μα εσύ ακόμη στέκεσαι αμίλητος, γυμνός,
στων σκοτεινών νερών μου τον καθρέφτη.

Πόσο μου αρέσει, όμως, το γεμάτο σκέψεις
να βλέπω πρόσωπό σου
καθώς του φεγγαριού το αμυδρό το φως φεγγίζει.
Μα πιο πολύ αυτό το σκοτεινό το βάθος
στο κέντρο των ματιών σου,
η στενή η άβυσσος της βρωτής ψυχής σου.

Σε βλέπω ακόμη όπως τότε.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Ιππολύτου Εκκρεμότητα

Ανασαίνει. Ο αγέρας έχει ακόμη
αυτή την χωική, την γήινη ευωδία
θαρρείς γης και ουρανού
η ερωτική η αχνότη είναι:

Ίσως τελικά του Κρόνου η άρπη
ποτέ να μην υπήρξε – ουτέ
η αλιγενή και ανίκητη Κυπραία-
και Ουρανός και Γη να μείναν έτσι
πάντα ένα.


Δεν το κατάλαβε πως έγινε όμως. Όχι.
Μια τόσο γελοία ατυχία
τ᾽αλόγου ο φόβος αχαλίνωτος να μείνει
και τα λουριά του τέθριππου
ο μαύρος Άδης ευθύς να αρπάξει.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Και 'γενήκαν τα 'ρωτήματα φιλιά

Και ῾γενήκαν τα 'ρωτήματα φιλιά
―πληγωμένο το άγιο σώμα,
φιλιά που ψάχνουνε μια στάλα λάγνα φως
στης αιώνιας νύχτας τα μαύρα σπλάχνα.

Κάθε φιλί, χίλια 'ρωτήματα,
αναπάντητα ως τις άκρες,
κάθε φιλί, μια ανάμνηση
σβησμένης μνήμης.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Πέντε Στάσιμα στην Σαμοθράκη

Στάσιμο Α'

Μόλις ξαποστάσαμε και ο ήλιος ήδη είχε χαθεί για ακόμη μια φορά πίσω από την γερασμένη ράχη - βράχια, κουφάρια πεσμένα και αρχαίοι δρύες που και αυτοί θα σώπαιναν ανυπότακτοι αν δεν ήταν ο αγέρας να τους καλεί σε αείροο τραγούδι. Ώρες ώρες θαρρείς πως θα αντηχούσε και η θάλασσα μαζί, το δικό της αιώνιο άσμα.
Κανείς δεν θα πρόσεχε βέβαια το θρόισμα, τα άγνωστα αυτά λόγια. Κάθε στιγμή όμως ζούσες την ύπαρξή σου να πραγματώνεται μες ‘τον ίδιο σου τον ίδρο και στο κρύο κι άβολο χάιδεμα του αγέρα. Λες κ’ αυτός να όριζε για ακόμη μια φορά τα όρια του σώματος σου, αυτό το ακατανόητο το χάσμα που σε χωρίζει από κάθε τι που δεν είναι εσύ, από αυτό που αγγίζεις καμιά φορά και αναρωτιέσαι αν είναι ή αν δεν είναι. Και αυτή η δίψα, που μόλις την έσβησες θαρρείς με δυο γουλιές χλιαρό νερό, δεν είναι άραγες το ίδιο; Επιθυμία ζωτική. Αυτή η ζείδωρος κι αδήριτη η ανάγκη  που σε χαλκεύει. Ίσως τελικά να γεννιόμαστε κάθε στιγμή, μια γέννα που ολοκληρώνεται εκεί σε αυτό το χάσμα αδιάλειπτα· μια γέννα που τρέφεται από το Άλλο, από την εναγώνια αναζήτησή του, τον αδιάλειπτο αγώνα να το επαληθεύσεις ή διαψεύσεις.


Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Το Τροπάριο της Κασσιανής - Ελεύθερη απόδοση

Κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα της εκκλησιαστικής παράδοσης και όχι τυχαία θεωρείται ένα από τα πιο όμορφα ποίηματά της. Βέβαια, δεν χρειάζεται κανείς να περιοριστεί σε αυτήν για να εκτιμήσει την λογοτεχνική του αξία, την ευαισθησία και την λιτότητα της γλώσσας, την απουσία της παραμικρής επιτήδευσης καθώς και την πλούσια εικονοπλασία. Η απόδοση που ακολουθεί αν και σέβεται το πρωτότυπο δεν επιδιώκει την ακριβή μετάφρασή του και έτσι αποτελεί περισσότερο μια προσωπική ερμηνεία.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Οδός Απόλλωνος 18


Το ρολόι στον τοίχο και ας είναι μέρες
που στέκονται οι δείχτες νεκροί˙
μα ο ήχος του χτύπου ανάσα ‘νάσα επιμένει  
άλλοτε τρέχει κι άλλοτε αργά αντηχεί.

Είναι χειμώνας κι ο ήλιος αθόρυβα πέφτει˙
χλωμός ουρανός, η στάχτη πικρή.
Κίτρινο φως τις κουρτίνες λεκιάζει του δρόμου˙
ένα περπάτημα ξένο, θέατρο φαντάζει σκιών μια στιγμή.

Η εικόνα στον τοίχο, ακούνητη χρόνια
της Θεοτόκου το βλέμμα λυπημένο, κενό
το τραπέζι με νάιλον στρωμένο, παλιό
μονάχα στέκει κανάτα, οίνος γλυκός, ψωμί ξερό.

Δεν είναι τύχη. Η θύμησή της χρόνια γυρίζει.
Ήταν το χώμα οργωμένο νωπό και στο μέτωπο ίδρος
μα της γης η ευωδία κι ο ήλιος τα φύλλα χρυσίζει
η ελπίδα φυτρώνει στις πέτρες και ας θέλει δρεπάνι στο χέρι γερό.

Μα τώρα κρύα τα γέρικα χέρια,
ένα καντήλι ανάβουν μονάχα˙
λίγο λάδι που είχε φυλάξει. 
Ας είναι. Και ας καίει σιγά μες στον Χρόνο.

Λόγια πια δεν γυρεύουν καθόλου. 
Τα μάτια ωστόσο σταυρώνουν,
σιωπές ανταλλάζουν και ας 
είναι η αγάπη δεμένη γερή.

Δεν είναι τύχη. Ο νους του εικόνες γεμίζει.
Ματωμένη δαντέλα στο χέρι πλεγμένη οι πλαγιές των ορέων.
Της ελευθερίας ο πόθος ήταν ζεστός
και ας θέλει η ζωή να σκορπάει αιώνες ζώντων ψυχές.


Μα τώρα τα γέρικα χέρια εκείνο το όπλο ακουμπούν.
Η ψυχή παγώνει στην σκέψη. Δάκρυ κυλάει.

Ένα φιλί την γλυκαίνει στερνό και ας πονά.

Το ρολόι στον τοίχο. Οι δείχτες στέκονται μέρες.
Δυο οι σφαίρες, δύο νεκροί περιμένουν.

Ι. 2013

α.α.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Σαν θάνατος γενήθης μέσα μου....

«Άτιτλο» - Clifford Still


Σαν θάνατος γενήθης μέσα μου....

Σαν θάνατος γενήθης μέσα μου
επάξια του Ερέβους και της Νύχτας κόρη,
ακόμη και αν οι Μούσες σε θηλάσανε,
η Μνήμη, η Μελέτη κι Αοιδή.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Το ναυάγιο


Το ναυάγιο

σαν τα άγρια πουλιά
πόσο άστατες εγίνηκαν οι λέξεις
μόλις στο κρύο των υδάτων εβρέθηκα ο μικρός
πώς το κελάδημά τους μια άγρια κραυγή
στα αυτιά μου, πόσο κράζουν;
μα και τώρα πάλι, να, μακρυά πετούν...


Και θάρρεψα πως ήταν η αναστάτωσ’ η μεγάλη,
καθώς έκλειε το πέλαο μέσα του βαθιά
συντρίμμια ενός κόσμου
σχεδόν
 ψεύτικου
σε κάποια άγρια και μέλανα νερά


Μα εγώ, καράβι ποτέ δεν είδα
σε αυτή την θάλασσα την μαύρη να βουλιάζει˙
μονάχα πόσο τη νοιώθω τώρα – μόλις τώρα -
σαν να ‘ταν πάντα εδώ, ήρεμη, ακλόνητη,
νεκρή...


Τόσο νεκρή... αλλά το νοιώθω
πως κάποια μέρα
σε κάποιο τόπο, ξένο ή γνώριμο,
θα με ξεβράσει...  -              
και να, σα ν’ ακούω τώρα την ηχώ της,
κυματισμούς, ρυάσματα,
από μια γέννα δύσκολη, παλιά...


«Αχ Θάλασσα μου μαύρη!
Θάλασσά μου αμάλαγη...
τόσα χρόνια μας γεννάς
αλλά ποτέ δεν είχα νοιώσει
τ’ αλμυρό κι υγρό φιλί σου!»


Και οι λέξεις ; να, ακόμη άστατες πετούν...
ίσως για ένα ναυάγιο που συνέβη κάπου αλλού,
ίσως εντός μου... 

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Πυγμαλίων



«…ars adeo latet arte sua…»
Ovid, Metamorphoses X.

Τις υποσχέσεις δεν τις κράτησε
ούτε η κούφια αυτή η νύχτα
κι΄ ο οίνος, ο πικρόγλυκος, δεν έσβησε,
όπως ενόμιζε, τον έρημο τον πόνο

όχι, μονάχος ποτέ δεν ήταν˙
άλλωστε έβλεπε τα μάτια τα δικά της
που σα να δάκρυζαν στου λυχναριού το φως
αυτόν κοιτούσαν αλαβάστρινα

έχοντας ίσως ξεχάσει πως από
τα χέρια τα δικά του καμωμένα ήσαν…

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Το παράθυρό μου


Mεσ’ απ’ το μεγάλο παραθύρι μου
πάντα εκοίταγα το φως
που κάθε μέρα έφερνε ο ήλιος
στην παιδιάτικη την κάμαρά μου

και καλημέριζα τον ουρανό
καθώς στο τζάμι κολλητά,
στο μέλλον έβλεπα
τα μύρια όνειρά μου.

Σχέδια πολλά στο χνώτο
πολλές φορές ζωγράφιζα,
τον κόσμο όλο
που ξεκίναγε, τόσο λαμπρός
απ’ το παράθυρό μου.

Μόνο όταν τ᾽ άνοιξα μια μέρα όμως
είδα, πως ότι έβλεπα τόσο καιρό,
μια ανάκλαση ήταν
από την ζεστή την καμαρά μου
που τώρα έμεινε αδειανή
καθώς τ᾽ αγέρι
μέσα μπήκε, χλωμό
ένα πικρό, πικρό, αστείο

ΙΙ. 2011




Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ο δρόμος προς την Ζανσκάρ

«Θα έχω έναν αδερφό
 και θα ρωτάω που είναι...»
Κάπου  στην Ζανσκάρ





I. Grave

Δεν θυμόμουν… Δεν θυμόμουν πια.
Ο ουρανός – ένα καθάριο γαλανό,
δεν σ’ άφηνε – σου έκλεβε τις σκέψεις…
Μα πάλι το γαλάζιο αυτό,
αν και στις υφές αλλότριο, ξένο
είχε μια οικειότητα μυστηριακή ˙
σαν τότε.

Σαν τότε που στην οχλοβοή
άθελα το βλέμμα και η καρδιά
ψηλά στρεφόταν,
σαν απ’ ανάγκη εσώτερη, κρυφή,  
σπασμένη
από το σκότος.

Έβλεπες, τότε, μια ομορφιά ανέγγιχτη, 
μακρινή από τον εγκόσμιο πόνο,
τα κτήρια, τ΄ ατσάλι,
το σκυρόδεμα, τους δρόμους.

Mancando

Δεν ήξερες τότε εσύ αν ήσουν, αν θα’ σουν.
Μήτε αν πότε




Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Γλυκό, γλυκό μου αηδόνι



Που ‘ναι ‘κείνο τα φεγγάρι
που φως γλυκόπικρο στα θάλεα
της ελιάς φορούσε,
και το καλλικέλαδο αηδόνι
που στη βουή τ’ αγέρα μύρο
μελιχρό ρανούσε;

Να το φεγγάρι, εκεί, χλωμό, χωρίς φωνή,
μουγκό.
Εκεί, ψηλά δακρύζει κόκκινο,
στου ‘ρανού την άκρη.
Δεν είναι αυτό,
μα η ελιά που εις το χώμα εχάθει,
το αηδόνι το μικρό που φεύγει…

Γλυκό, γλυκό μου αηδόνι!
Πού πετάς μονάχο;
Οι πληγές  σου μη σ’ αφήσουν;
Δεν θα μπορείς στην ερημιά να ζήσεις
Και το έδαφός ξηρό, στεγνό
το μύρο μην σου κλέψει!

Η φωνή μου σβήνει στην σιωπή…
Οι ήχοι σταματάνε…
Μα ποιος ακούει πως τα άστρα εκεί θρηνούν
στην ράχη
της αδελφής τα πάθη, μια ζωή;

Το αλάτι μάς ετέλειωσε,
και η κανέλα…
Κι αν εσύ κάπου βρεις
στην χούφτα να φυλάξεις,
στην καρδιά!
μη ποτέ χαθεί στ’ αγέρα

Φωνές, φωνές... πικρές, πικρές...
μαραίνουνε
της Γης το δέρμα.
Μισό δάκρυ ο ουρανός,
μισό δάκρυ η ώρα˙
είναι η κόρη, η μικρή, που κλαίει
μα δεν ζητά το φως να έρθει…

Χρυσάφι σκόρπιο, ο θάνατος,
στη γη σπαρμένο…
αχ, ο ήλιος μην το δεί,
και δεν ‘ασάνει
το αηδόνι το γλυκό!

Μα πού ‘ναι η Μάνα, πού ‘ναι η Μητέρα;
Μην πεθαίνει η ζωή και η αγάπη;

Η αγάπη και η ζωή ποτέ της δεν γεννήθηκε
και δεν, ποτέ, πεθαίνει

μα, ο υιό της ο μικρός
σ’ ένα δέντρο ανέβει, εκεί που ήτανε το δάσος
και έπεσε και εχτύπησε,
μα δεν αναφωνεί…
Και ψάχνει η μάνα τον υιό της, τον μονάκριβο
μα δεν τον βρίσκει…


Γλυκό, γλυκό μου αηδόνι
Μα πού πετάς μονάχο;
Φωτιά επέρασες μικρό
και πάει…εχάθεις
Πια δεν είσαι τίποτα, δεν είσαι τι.
Φτερό μικρό, χάμω, στης γης το χώμα…

Το μύρο σ’ όμως δεν το επέταξες,
αλλά στης ‘λιάς τη ρίζα , στο παιδί
ευχή το δίνεις…

VI.  2009

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Εκεί που με πόνο στον αυχένα…

«…πρς τ φς ναβλέπειν, πάντα δ τατα ποιν λγο...»
Πλάτωνος Πολιτεία ( βιβλίο ζ΄)



Εκεί που με πόνο στον αυχένα
και άλγος στην ψυχή,
μέσα στον ζόφο, καμόντων είδωλα
θωρείς,
τον αχό και τες φωνές του λυχναριού που φαύει
μην ακούς˙
που σε τραβάνε και καλούνε εκεί να κοιμηθείς.

Το δίψος σου στες χοές να μην το λύσεις
καθώς που ρέουν δια σε,
αν και γλυκύ το νέκταρ των θεών…

Και ξαφνικά σαν να ξύπνησες από τον ύπνο
τον βαθύ
και ανανήφεις και τα πέλματα  αισθάνεσαι ξανά,
και ανασαίνεις και ξανά το ύψος σου σηκώνεις,
και ακούοντας πως καταρρέουν και συνθλίβονται υαλιά,
τα βλέφαρά σου ανοίγεις:

Φάος άψαυστο, καθάριο παντού!
Φωτιά και Φλόγα στην ψυχή!
Το σώμα αγέρας το εσού
Καθώς πίσω σου την Λήθη αφήνεις…
Σιγή…

Να Είσαι, πια δεν είναι αρκετό…
Αλλά τα πάντα, το ένα, και το τίποτα
Αλήθεια.


Μα τι άχος σαν τον λύχνο ξανά θωρείς
μεσά στο σκότος!
Ω, τι πίκρα και τι πόνος στην καρδιά…
Νομίζεις πως πεθαίνεις στην ζωή,
σαν μια στιγμή τους οφθαλμούς σου κλείσεις!

Αλλά θυμήσου, πως εσύ διαλέγεις
τι ζωή θα πει
και αν η αυγή τον ήλιο σε σέ θα φέρει...




15 XI. 2008

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Εκεί που ο άνθρωπος εκαθότανε μονάχος…

«…αἰῶνος Κρόνε παγγενέτωρ, Κρόνε ποικιλόμυθε…»
Ορφικός Κρόνου

Μια ανθρώπινη μορφή κάθεται σε ένα βράχο. Η σκηνή είναι σαν θεατρικού. Δεν υπάρχουν χρώματα. Δεν υπάρχει αέρας ούτε φωνές και κίνηση.  Δεν υπάρχει ορίζοντας. Μόνο λευκό χρώμα.  Ούτε σκιές. Μονάχα η σκιά του ανθρώπου παρουσιάζεται με την μορφή του Κρόνου.


Εκεί που ο άνθρωπος εκαθότανε μονάχος
στην σιωπή,
σαν φάντασμα σαν είδε μια μορφή
απόκοσμη , παράξενη,
που εφορούσε μαύρα ράσα,
ερώτησε:
«Μα ποίος είσαι συ αγαπητέ
και πως στα μέρη τούτα ήρθες;»
«Εσύ Κρόνο θα με λες,
αν θες μονάχος να μην είσαι.
Το πώς ήρθα δω, καλά εσύ το ξέρεις
καθώς στο νου τ’ ανθρώπου, μην ξεχνάς,
ο κόσμος φεύγει
από την γένεση που αρχή δεν είχε…»
«Μα πώς την μοναξιά εσύ θα διώξεις;»
«Αν θες, θα σε πάρω απ’ την σιωπή
για μια στιγμή
και στην ζωή σε φέρω.
Θα ακούσεις μουσική αφάνταστη,
που σε λόγια δεν υπάρχει.
Θα δεις τα αστέρια να χορεύουν αέναο χορό,
γαμήλιο
ωσάν της θάλασσας το γέλιο.
Θα δεις η φύση πώς ανθεί
και πως η γη ανασαίνει,
καθώς αίμα κόκκινο στις φλέβες ρέει.
Και αν απορείς πώς το τώρα έγινε χθες
και αν εχάθη ,
Απ’ του αγέρα την πνοή
και ως του ηλίου τ’ άνθη
Στα πέρατα του κόσμου θα με βρεις,
Όπου ενωμένος είμαι.
Μα μην θαρρείς πως χώρια κιόλας είναι…»
«Ω τι ωραία που τα λες
αγαπητέ μου Κρόνε!,
Μα πες μου σε παρακαλώ
εγώ τι να κάνω πρέπει;»
«Αλήθεια, τίποτα…
Μόνον φτάνει εσύ
να θες εμέ να βλέπεις μόνο
και ευθείς τη ζωή θα δεις σαν ποταμό πως ρέει…
Θα μάθεις….»

Και τα Χρόνια έτσι επέρασαν
στον άνθρωπο, αλήθεια,
άλλοτε γοργά
και άλλοτε βραδέα,
και εγένη κραταιός
και μέγας.
Μα μόνο σαν κοντά στον θάνατον ευρέθη,
κατάλαβε πως η ζωή για πάντα δεν εκράτη
και με φόβο τον Κρόνο αναζητούσε.

Και τελικά σαν τον εβρήκε
εκεί που έπαιζε πεσσούς,
στην μουσική μια λύρας
Εφώναξε:
«Ω Κρόνε , Κρόνε!
Σύ ὁ ἀειθαλής, ὤ πατέρα μακαρῖων θεῶν καί ἀνθρώπων,
ποικιλόβουλ’, μίαντε, μεγασθενές, λκιμε Τιτάνα,
πο ξαντλες τά πάντα καί διος πάλι τά αξαίνεις,
αἰῶνος Κρόνε παγγενέτωρ, Κρόνε ποικιλόμυθε,
βλαστέ τς γς καί το κατάστερου ορανο,
πο κατοικες τά μέρη λα του κόσμου, γενάρχη,
πανοργε, κάλλιστε,
μα πώς γίνεται τα παιδιά σου
να θες να φας
ενώ τα μεγαλώνεις;
Γιατί τα ρίχνεις στην φθορά
σαν τα γεννάς, σαν βάπτισμα αστείο;»
«Μα ποτέ δεν σου ‘πα τέκνον μου
πως αιώνια στην ζωή θα ζεις
αν και η στιγμή για πάντα θα κρατεί,
καθώς και αυτή έχει τελειώσει…
Εμέ που αθάνατο θωρείς στον θάνατό σου,
θνητός και ‘γω γεννήθηκα και αθάνατο σε λέω.
Μα δεν έμαθες ότι εδώ που τώρα ζεις,
Τώρα δεν υπάρχεις;
Γιατί μην ξεχνάς ό,τι θωρείς
μια εικόνα είναι, στατική
που ρέει
σαν ένα δάκρυ…»
2008
Σημείωση: Το κείμενο σε πλαγια ( italics) προέρχεται αυτούσιο (στο αρχαίο ή μετάφραση) από τον Ορφικό ύμνο του Κρόνου
Φωτο.: αντίγραφο του The Thinker (The Poet) από τον Rodin