Πλέον θα μπορείτε να παρακολουθείτε το Ἀναγράφω και από την σελίδα του στο facebook

α.α.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Ο δρόμος προς την Ζανσκάρ

«Θα έχω έναν αδερφό
 και θα ρωτάω που είναι...»
Κάπου  στην Ζανσκάρ





I. Grave

Δεν θυμόμουν… Δεν θυμόμουν πια.
Ο ουρανός – ένα καθάριο γαλανό,
δεν σ’ άφηνε – σου έκλεβε τις σκέψεις…
Μα πάλι το γαλάζιο αυτό,
αν και στις υφές αλλότριο, ξένο
είχε μια οικειότητα μυστηριακή ˙
σαν τότε.

Σαν τότε που στην οχλοβοή
άθελα το βλέμμα και η καρδιά
ψηλά στρεφόταν,
σαν απ’ ανάγκη εσώτερη, κρυφή,  
σπασμένη
από το σκότος.

Έβλεπες, τότε, μια ομορφιά ανέγγιχτη, 
μακρινή από τον εγκόσμιο πόνο,
τα κτήρια, τ΄ ατσάλι,
το σκυρόδεμα, τους δρόμους.

Mancando

Δεν ήξερες τότε εσύ αν ήσουν, αν θα’ σουν.
Μήτε αν πότε





II. Agitato non troppo

Και να, τώρα είμαι εδώ,
στα χάλκινα, τα άσπρα τα βουνά,
χωρίς να ξέρω.


Μήνες ή χρόνια ολόκληρα σβηστήκαν
σαν τις γραμμές που χάραξε
ένα παιδί στην άμμο,
από κύμματα σχεδόν πικράλμυρα,
σχεδόν αναίτια όταν σα θάλασσα
η νύχτα έσταξε μαυροντυμένη
μες στις σκέψεις.

Μήνες ή χρόνια ολόκληρα σβηστήκαν έτσι
και αυτό που έμεινε,
μια ανάμνηση θολή
από των ανθρώπων τ’ άγγιγμα, τις λέξεις.

Ούτε τεχνάσματα, ούτε ονόματα
δεν αντεξαν αυτό το χάδι
το αέρινο, το κρύο,
ούτε τα έργα τα πολυθρήνητα
που νόμισες γινήκαν

Κι όμως όσο και αν προχώραγα
μεσά στους δρόμους,
άλλους χωμάτινους, άλλους πέτρινους
και άλλους από πίσσα καμωμένους,
κανείς δεν γεύτηκε αυτά τα δάκρυα τα πικράλμυρα
που σαν θάλασσα χυθήκαν…

Rallentando

Και έτσι ήταν μέρα εκείνη, μουδιασμένη
που ‘δα
μια σακούλα πλαστική,
που παρμένη απ’ τον αέρα,
χορό ακατανόητο, λυπητερό τραβούσε
και μια σαν να πονούσε
και μια σαν αέρα να ζητούσε, να σταθεί
ακατανόητο χορό τραβούσε…



Και τελικά στου ωραίου το χέρι, το δεξί
που ένα σπαθί κρατούσε,
με το πόδι το γυμνό, το χώμα να πατεί
γλυπτό και αυτός, μιας άλλης εποχής,
εκεί, εκεί ακριβώς, εκάθησε και ‘σκίθει…

Κ’ έφυγα, τότε, έφυγα, μακριά
σε άλλα μέρη…
Κι ήρθα εδώ στα χάλκασπρα βουνά
χωρίς να ξέρω...



III. Molto Adagio, ma Lamentoso



Φωνές αλλόθροες, ο αχός τ΄αγέρα
αλλόθροες φωνές τ’ ανέμων.
Mοναχικού πνευστού αρμένικου το άχος×
για έναν που εχάθη ή εβρέθη;

Μα πώς τέτοια μουσική εβρέθηκε εδώ πέρα
και ποιος νότες άγραφες, ανήκουστες προφέρει;

Η αύρα η χαλκέoφωνη
καθώς οι άνεμοι κατέρχονται
σε απρόσιτες κορφές, θα είναι.
Θα ναι ο δρόσος ο ηδύπνοος
του γαλάζιου ουρανού.
Είναι ίσως η άνοιξις
που μίσεψε εδώ πέρα,
καθώς με χάδια θέρει τον χιονιά
και νερά σμαράγδινα την κοιλάδα αυτή
την κόκκινη, την χάλκινη, στολίζει.

Και συ, ω αρχαίο χώμα, διψασμένο από το κρύο,
από βάρος πατημένο των αιώνων,
συνάζεσαι και ξαναθάλλεις
και την ζωή την πρόσκαιρη ξανά δωρίζεις,
καθώς οι αρμοί, οι φλέβες σου, ανοίγουν,
και στο φτωχό χορτάρι.



Κι ο αγέρας ακόμη τραγουδεί
και η χλόη τού χορεύει.
Και ακούς μονάχα˙
ναι ακούς! αυτό τον ήχο...
όπως πένθιμα ήθελε ενά ντουντούκ να παίξει
όταν χωρίς σκεπή, μονάχο του εβρέθη...

Έτσι και συ μονάχος προχωράς.
Προχωράς μπροστά, ψηλά, και ψάχνεις...


Και τότε˙ ναι τότε,
είδες... (είδα !)
μια γερόντισσα τυφλή,
καθισμένη σε μια ψάθα
Σιωπηλή, σχεδόν ακούνητη,
σιγά, σιγά, με τρόπο τελετουργικό
το χορτάρι εμάζευε και το ‘δενε σε δέσμες.

Τα χέρια, με των χρόνων τα σημάδια,
ευλαβικά, ευλαβικά χαϊδεύανε
την τρυφερή την χλόη.
Και το πρόσωπο και αυτό
χαραγμένο πολύ βαθιά από τον ήλιο
γαλήνιο στεκόταν.

Και σιγά, σιγά, καθώς πλησίασα,
με το χέρι της το άγιο, έδειξε
μες από μένα, μακριά…
και σαν να είδα, ένοιωσα και γω,
μια μορφή, αέρινη, μία κόρη.

Έτρεξα τότε να την προλάβω
και δίπλα, σε μια καλύβα κάτασπρη, την βρήκα
ένα πέπλο κόκκινο να υφαίνει.

Δεν μίλησα, δεν μίλησε˙
μονάχα με ένα βλέμμα ευγενικό,
σαν να ένοιωσε τον πόνο,
λίγο νερό μου έδωσε και ήπια.

...

Τα μάτια της, νεανικά
και φωτεινό το πρόσωπό της,
τα δάκτυλα λεπτά καθώς υφαίνουν,
ένα χαμόγελο αδελφικό
εγνώρισα και είδα.

Δεν υπήρχε γλώσσα, ανθρώπινη, κοινή,
μονάχα λέξεις άγραφες
εσώτερες, παλαιές
που θαρρείς ειχές ξεχάσει.


Είπε πολλά,
χωρίς φωνή και λόγο
είπα πολλά,
σαν οι κόρες των ματιών
αγγίχθηκαν σε αυτόν τον δρόμο…

...

Όμως, είπα πως θα έφευγα
έπρεπε να φύγω˙
(έπρεπε…)
και μου απάντησε τοτέ γλυκά
καθώς  ακόμη μια φορά την είδα:

«Θα έχω έναν αδερφό,
και στων περαστικών το όνομα
θα ρωτώ που είναι.
Θα έχω έναν αδερφό
και θα ρωτώ που είναι

Έτσι έφυγα. Και ακόμη στο μυαλό
 τον ήχο αυτού του αγέρα ακούω:

«Θα έχω έναν αδερφό
και θα ρωτώ που είναι...»
















α.α.



II-ΙV 2010



Μουσική: Hovern' engan από τον Levon Minassian 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ αφήστε το δικό σας Σχόλιο ή Προβληματισμό!!

Παρακολουθηση μεσω Email