Το ναυάγιο
σαν τα άγρια
πουλιά
πόσο άστατες εγίνηκαν οι λέξεις
μόλις στο κρύο
των υδάτων εβρέθηκα ο μικρός
πώς το κελάδημά
τους μια άγρια κραυγή
στα αυτιά μου, πόσο κράζουν;
μα και τώρα
πάλι, να, μακρυά πετούν...
Και θάρρεψα πως ήταν η αναστάτωσ’ η μεγάλη,
καθώς έκλειε το πέλαο
μέσα του βαθιά
συντρίμμια ενός κόσμου
σχεδόν
ψεύτικου
σε κάποια άγρια
και μέλανα νερά
Μα εγώ, καράβι
ποτέ δεν είδα
σε αυτή την
θάλασσα την μαύρη να βουλιάζει˙
μονάχα πόσο τη
νοιώθω τώρα – μόλις τώρα -
σαν να ‘ταν
πάντα εδώ, ήρεμη, ακλόνητη,
νεκρή...
Τόσο νεκρή... αλλά
το νοιώθω
πως κάποια μέρα
σε κάποιο τόπο,
ξένο ή γνώριμο,
θα με
ξεβράσει...
-
και να, σα ν’
ακούω τώρα την ηχώ της,
κυματισμούς,
ρυάσματα,
από μια γέννα
δύσκολη, παλιά...
«Αχ Θάλασσα μου μαύρη!
Θάλασσά μου αμάλαγη...
τόσα χρόνια μας γεννάς
αλλά ποτέ δεν είχα νοιώσει
τ’ αλμυρό κι υγρό φιλί σου!»
Και οι λέξεις ;
να, ακόμη άστατες πετούν...
ίσως για ένα
ναυάγιο που συνέβη κάπου αλλού,
ίσως εντός
μου...